περιβάλλω

περι|βάλλω накидывать; облагать (кругом, вокруг чего)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "περιβάλλω" в других словарях:

  • περιβάλλω — περιβάλλω, περιέβαλα βλ. πίν. 146 Σημειώσεις: περιβάλλω : η λόγια μτχ. ενεστώτα απαντάται ως επίθετο (ο περιβάλλων χώρος) ή ως ουσιαστικό (το περιβάλλον) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • περιβάλλω — throw round pres subj act 1st sg περιβάλλω throw round pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιβάλλω — ΝΜΑ [βάλλω] 1. θέτω, τοποθετώ κάτι ολόγυρα ή πάνω από κάτι άλλο 2. περικλείω, περικυκλώνω, ζώνω 3. καλύπτω, σκεπάζω κάτι ολόγυρα, επικαλύπτω, περικαλύπτω (α. «μέ περιβάλλει βαθύ σκοτάδι» β. «ἤδη γάρ με περιβάλλει σκότος», Ευρ.) 4. ντύνω, ενδύω… …   Dictionary of Greek

  • περιβάλλω — περιέβαλα, περιβλήθηκα, περιβλημένος 1. βάζω γύρω γύρω, περιτριγυρίζω, περιφράζω, περικυκλώνω. 2. μτφ., αγαπώ, εκτιμώ κάποιον: Περιβάλλω το οικόπεδο με συρματόπλεγμα – Τον περιβάλλω με αγάπη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • περιβάλλω — [пэривалло] р. окруэжать, окаймлять, (μεταφ.) облекать властью и т. п …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • περιβάλησθε — περιβάλλω throw round aor subj mp 2nd pl περιβάλλω throw round aor subj act 2nd pl (epic) περιβά̱λησθε , περιβάλλω throw round aor subj mid 2nd pl (doric) περιβά̱λησθε , περιβάλλω throw round aor subj act 2nd pl (epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιβάλλετον — περιβάλλω throw round pres imperat act 2nd dual περιβάλλω throw round pres ind act 3rd dual περιβάλλω throw round pres ind act 2nd dual περιβάλλω throw round imperf ind act 2nd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιβάλῃ — περιβάλλω throw round aor subj mp 2nd sg περιβάλλω throw round aor subj act 3rd sg περιβά̱λῃ , περιβάλλω throw round aor subj mid 2nd sg (doric) περιβά̱λῃ , περιβάλλω throw round aor subj act 3rd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιβαλοῦσι — περιβάλλω throw round aor part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) περιβάλλω throw round fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric) περιβάλλω throw round fut ind act 3rd pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιβαλοῦσιν — περιβάλλω throw round aor part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) περιβάλλω throw round fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric) περιβάλλω throw round fut ind act 3rd pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιβεβλημένα — περιβάλλω throw round perf part mp neut nom/voc/acc pl (epic) περιβεβλημένᾱ , περιβάλλω throw round perf part mp fem nom/voc/acc dual (epic) περιβεβλημένᾱ , περιβάλλω throw round perf part mp fem nom/voc sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.